σινί
•
- μαγειρικήμεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί Βικιλεξικό
- […] ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρει ἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο, τοῦ ἀθλίου Πομπηΐου τὸ κεφάλι.
Ετυμολογία
σινί < (άμεσο δάνειο) τουρκική sini < περσική سینی (sini)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σινί | σινιά |
| Γενική | σινιού | σινιών |
| Αιτιατική | σινί | σινιά |
| Κλητική | σινί | σινιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →