σινίκι
•
- παρωχημένοπαλαιό μέτρο χωρητικότητας για σιτηρά και όσπρια, που σε ορισμένες περιοχές χρησιμοποιούνταν και για τον υπολογισμό αλεστικών ή της έκτασης γης που μπορούσε να σπαρεί με ανάλογη ποσότητα σπόρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σινίκι < τουρκική şinik < ελληνιστική κοινή χοινίκιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική χοῖνιξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σινίκι | σινίκια |
| Γενική | σινικιού | σινικιών |
| Αιτιατική | σινίκι | σινίκια |
| Κλητική | σινίκι | σινίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →