σιναμική
•
- παρωχημένοκαθαρτικό σε μορφή τσαγιού ή εκχυλίσματος για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, που παρασκευάζονταν από το φυτό κασία / σένα / σέννα (Cassia senna ή Senna alexandrina) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιναμική < τουρκική sinameki < αραβική سنا مكی (sanā-makkī)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιναμική | σιναμικές |
| Γενική | σιναμικής | σιναμικών |
| Αιτιατική | σιναμική | σιναμικές |
| Κλητική | σιναμική | σιναμικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →