σιναπάλευρο
•
- αλεύρι από σινάπι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιναπάλευρο < σινάπι + -ο- + αλεύρι + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιναπάλευρο | σιναπάλευρα |
| Γενική | σιναπάλευρου | σιναπάλευρων |
| Αιτιατική | σιναπάλευρο | σιναπάλευρα |
| Κλητική | σιναπάλευρο | σιναπάλευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →