Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιναπέλαιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λάδι που προέρχεται από σινάπι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιναπέλαιο < ελληνιστική κοινή σιναπέλαιον. Συγχρονικά αναλύεται σε σινάπ(ι) + -έλαιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιναπέλαιοσιναπέλαια
Γενικήσιναπέλαιου / σιναπελαίουσιναπέλαιων / σιναπελαίων
Αιτιατικήσιναπέλαιοσιναπέλαια
Κλητικήσιναπέλαιοσιναπέλαια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →