Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιναπισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήκατάπλασμα από σπόρους σιναπιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιναπισμός < ελληνιστική κοινή σιναπισμός. Συγχρονικά αναλύεται σε σινάπ(ι) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιναπισμόςσιναπισμοί
Γενικήσιναπισμούσιναπισμών
Αιτιατικήσιναπισμόσιναπισμούς
Κλητικήσιναπισμέσιναπισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →