Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιναπούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιέχει σινάπι / σιναπόσπορο ή έχει πασπαλιστεί με σκόνη σιναπιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιναπούχος < σινάπι + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιναπούχοςσιναπούχασιναπούχο
Γενικήσιναπούχουσιναπούχαςσιναπούχου
Αιτιατικήσιναπούχοσιναπούχασιναπούχο
Κλητικήσιναπούχεσιναπούχασιναπούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιναπούχοισιναπούχεςσιναπούχα
Γενικήσιναπούχωνσιναπούχωνσιναπούχων
Αιτιατικήσιναπούχουςσιναπούχεςσιναπούχα
Κλητικήσιναπούχοισιναπούχεςσιναπούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →