Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σινικός

/si.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Κίνα ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • Ταξιδευτής, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, που έκανε έξι φορές το γύρο του κόσμου, ταξίδεψε από τις λεωφόρους του Παρισιού έως το Σινικό Τείχος και φωτογράφισε από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά έως την τελευταία έκρηξη του Βεζούβιου. (@enet.gr)

Ετυμολογία

σινικός < θέμα σιν- < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Σῖναι (οι Κινέζοι), Σίνα (Κίνα) (μαρτυρείται από το 1728) ελληνιστική κοινή Σῖναι + -ικός < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανότερα από τη σανσκριτική चीन (cīna) < κινεζική 秦 (qín) < παλαιά κινεζική 秦 (*dzin). Για το θέμα κιν- → δείτε τη λέξη Κίνα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσινικόςσινικήσινικό
Γενικήσινικούσινικήςσινικού
Αιτιατικήσινικόσινικήσινικό
Κλητικήσινικέσινικήσινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσινικοίσινικέςσινικά
Γενικήσινικώνσινικώνσινικών
Αιτιατικήσινικούςσινικέςσινικά
Κλητικήσινικοίσινικέςσινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →