σινιόρα
•
- ιδιωματικόκυρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σινιόρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική signora < signore < λατινική seniorem, αιτιατική του senior, συγκριτικός βαθμός του senex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sénos (γέρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σινιόρα | σινιόρες |
| Γενική | σινιόρας | σινιόρων |
| Αιτιατική | σινιόρα | σινιόρες |
| Κλητική | σινιόρα | σινιόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →