σιπαρίδα
•
- ναυτικός όροςτο πανί που βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο του ιστού του επιδρόμου στα τρίστηλα ιστιοφόρα πλοία Βικιλεξικό
- η σιπαρίδα είναι ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται πάνω από τη φωσωνίδα
Ετυμολογία
σιπαρίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σιπαρίδα, αιτιατική του σιπαρίς < ελληνιστική κοινή σίπαρος / σίφαρος < λατινική siparum / supparum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιπαρίδα | σιπαρίδες |
| Γενική | σιπαρίδας | σιπαρίδων |
| Αιτιατική | σιπαρίδα | σιπαρίδες |
| Κλητική | σιπαρίδα | σιπαρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →