σιροπιάζω
•
- περιχύνω με σιρόπι Βικιλεξικό
- μεταφορικάερωτοτροπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιροπιάζω < σιρόπ(ι) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιροπιάζω | σιροπιάζεις | σιροπιάζει | σιροπιάζουμε | σιροπιάζετε | σιροπιάζουν / σιροπιάζουνε |
| Παρατατικός | σιρόπιαζα | σιρόπιαζες | σιρόπιαζε | σιροπιάζαμε | σιροπιάζατε | σιροπιάζαν / σιροπιάζανε / σιρόπιαζαν |
| Αόριστος | σιρόπιασα | σιρόπιασες | σιρόπιασε | σιροπιάσαμε | σιροπιάσατε | σιροπιάσαν / σιροπιάσανε / σιρόπιασαν |
| Μέλλοντας | θα σιροπιάζω / θα σιροπιάσω | θα σιροπιάζεις / θα σιροπιάσεις | θα σιροπιάζει / θα σιροπιάσει | θα σιροπιάζουμε / θα σιροπιάσουμε | θα σιροπιάζετε / θα σιροπιάσετε | θα σιροπιάζουν / θα σιροπιάζουνε / θα σιροπιάσουν / θα σιροπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιροπιάσει | έχεις σιροπιάσει | έχει σιροπιάσει | έχουμε σιροπιάσει | έχετε σιροπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιροπιάσει | είχες σιροπιάσει | είχε σιροπιάσει | είχαμε σιροπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιροπιάσει / να σιροπιάζω / να σιροπιάσω | να έχεις σιροπιάσει / να σιροπιάζεις / να σιροπιάσεις | να έχει σιροπιάσει / να σιροπιάζει / να σιροπιάσει | να έχουμε σιροπιάσει / να σιροπιάζουμε / να σιροπιάσουμε | να έχετε σιροπιάσει / να σιροπιάζετε / να σιροπιάσετε | να σιροπιάζουν / να σιροπιάζουνε / να σιροπιάσουν / να σιροπιάσουνε |
| Προστακτική | — | σιρόπιαζε / σιρόπιασε | — | — | σιροπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σιροπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →