Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιροπιάζω

ρήμα
•
  1. περιχύνω με σιρόπι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάερωτοτροπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιροπιάζω < σιρόπ(ι) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσιροπιάζωσιροπιάζειςσιροπιάζεισιροπιάζουμεσιροπιάζετεσιροπιάζουν / σιροπιάζουνε
Παρατατικόςσιρόπιαζασιρόπιαζεςσιρόπιαζεσιροπιάζαμεσιροπιάζατεσιροπιάζαν / σιροπιάζανε / σιρόπιαζαν
Αόριστοςσιρόπιασασιρόπιασεςσιρόπιασεσιροπιάσαμεσιροπιάσατεσιροπιάσαν / σιροπιάσανε / σιρόπιασαν
Μέλλονταςθα σιροπιάζω / θα σιροπιάσωθα σιροπιάζεις / θα σιροπιάσειςθα σιροπιάζει / θα σιροπιάσειθα σιροπιάζουμε / θα σιροπιάσουμεθα σιροπιάζετε / θα σιροπιάσετεθα σιροπιάζουν / θα σιροπιάζουνε / θα σιροπιάσουν / θα σιροπιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σιροπιάσειέχεις σιροπιάσειέχει σιροπιάσειέχουμε σιροπιάσειέχετε σιροπιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σιροπιάσειείχες σιροπιάσειείχε σιροπιάσειείχαμε σιροπιάσει——
Υποτακτικήνα έχω σιροπιάσει / να σιροπιάζω / να σιροπιάσωνα έχεις σιροπιάσει / να σιροπιάζεις / να σιροπιάσειςνα έχει σιροπιάσει / να σιροπιάζει / να σιροπιάσεινα έχουμε σιροπιάσει / να σιροπιάζουμε / να σιροπιάσουμενα έχετε σιροπιάσει / να σιροπιάζετε / να σιροπιάσετενα σιροπιάζουν / να σιροπιάζουνε / να σιροπιάσουν / να σιροπιάσουνε
Προστακτική—σιρόπιαζε / σιρόπιασε——σιροπιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σιροπιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →