σιροπιαστός
•
- που έχει περιχυθεί με σιρόπι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιροπιαστός < σιροπιάζ(ω) + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιροπιαστός | σιροπιαστή | σιροπιαστό |
| Γενική | σιροπιαστού | σιροπιαστής | σιροπιαστού |
| Αιτιατική | σιροπιαστό | σιροπιαστή | σιροπιαστό |
| Κλητική | σιροπιαστέ | σιροπιαστή | σιροπιαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιροπιαστοί | σιροπιαστές | σιροπιαστά |
| Γενική | σιροπιαστών | σιροπιαστών | σιροπιαστών |
| Αιτιατική | σιροπιαστούς | σιροπιαστές | σιροπιαστά |
| Κλητική | σιροπιαστοί | σιροπιαστές | σιροπιαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →