Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιροπιαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει περιχυθεί με σιρόπι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιροπιαστός < σιροπιάζ(ω) + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιροπιαστόςσιροπιαστήσιροπιαστό
Γενικήσιροπιαστούσιροπιαστήςσιροπιαστού
Αιτιατικήσιροπιαστόσιροπιαστήσιροπιαστό
Κλητικήσιροπιαστέσιροπιαστήσιροπιαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιροπιαστοίσιροπιαστέςσιροπιαστά
Γενικήσιροπιαστώνσιροπιαστώνσιροπιαστών
Αιτιατικήσιροπιαστούςσιροπιαστέςσιροπιαστά
Κλητικήσιροπιαστοίσιροπιαστέςσιροπιαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →