σιρόκος
•
- άνεμοςο νοτιοανατολικός άνεμος, ο οποίος έρχεται από την Αφρική περνώντας πάνω από τη Μεσόγειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιρόκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική scirocco < διαλεκτική αραβική που πιθανόν συνδέεται με την αραβική شَرْق (šarq, ανατολή). : Κατ' άλλη εκδοχή, επειδή ο όρος έχει ευρεία χρήση στη Μεσόγειο, και λόγω του προβηγκιανού τύπου (παλαιά οξιτανική eissalot, σιρόκος, και τύπος exalot), συνδέεται με το ελληνιστικό αμάρτυρο *ἐξαλώτης (άνεμος απ' τη θάλασσα) < ἔξαλος (έξω από τη θάλασσα) < ἐξ + (ἅλς), ἁλ- + -ώτης. (Δείτε και το αρχαίο ἀπηλιώτης). : Λιγότερο πιθανή εκδοχή: Σκιρωνικός (ἄνεμος) < σκίρων (άνεμος που φυσάει στις Σκιρωνίδες Πέτρες, στην Κακιά Σκάλα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιρόκος | σιρόκοι |
| Γενική | σιρόκου | σιρόκων |
| Αιτιατική | σιρόκο | σιρόκους |
| Κλητική | σιρόκε / σιρόκο | σιρόκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →