σισανές
•
- εμπροσθογεμές ραβδωτό οθωμανικό τουφέκι με εξάγωνη κάννη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σισανές < οθωμανική τουρκική şişhane < περσική ششخانه (shesh-xāna)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σισανές | σισανέδες |
| Γενική | σισανέ | σισανέδων |
| Αιτιατική | σισανέ | σισανέδες |
| Κλητική | σισανέ | σισανέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →