σιτάρκης
•
- λόγιοπου έχει επάρκεια σε σίτο ή (γενικότερα) σε δημητριακά ή τρόφιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιτάρκης < (σίτος) σιτ- + αρκ(ώ + -ης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιτάρκης | — | σίταρκες |
| Γενική | σιτάρκους | — | σιτάρκους |
| Αιτιατική | σιτάρκη | — | σίταρκες |
| Κλητική | σιτάρκη | — | σίταρκες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιτάρκεις | — | σιτάρκη |
| Γενική | σιτάρκων | — | σιτάρκων |
| Αιτιατική | σιτάρκεις | — | σιτάρκη |
| Κλητική | σιτάρκεις | — | σιτάρκη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →