Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιτάρκης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει επάρκεια σε σίτο ή (γενικότερα) σε δημητριακά ή τρόφιμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιτάρκης < (σίτος) σιτ- + αρκ(ώ + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιτάρκης—σίταρκες
Γενικήσιτάρκους—σιτάρκους
Αιτιατικήσιτάρκη—σίταρκες
Κλητικήσιτάρκη—σίταρκες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιτάρκεις—σιτάρκη
Γενικήσιτάρκων—σιτάρκων
Αιτιατικήσιτάρκεις—σιτάρκη
Κλητικήσιτάρκεις—σιτάρκη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →