σιτίζω
•
- παρέχω τροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιτίζω < αρχαία ελληνική σιτίζω < σῖτος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιτίζω | σιτίζεις | σιτίζει | σιτίζουμε | σιτίζετε | σιτίζουν / σιτίζουνε |
| Παρατατικός | σίτιζα | σίτιζες | σίτιζε | σιτίζαμε | σιτίζατε | σίτιζαν / σιτίζαν / σιτίζανε |
| Αόριστος | σίτισα | σίτισες | σίτισε | σιτίσαμε | σιτίσατε | σίτισαν / σιτίσαν / σιτίσανε |
| Μέλλοντας | θα σιτίζω / θα σιτίσω | θα σιτίζεις / θα σιτίσεις | θα σιτίζει / θα σιτίσει | θα σιτίζουμε / θα σιτίσουμε | θα σιτίζετε / θα σιτίσετε | θα σιτίζουν / θα σιτίζουνε / θα σιτίσουν / θα σιτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιτίσει | έχεις σιτίσει | έχει σιτίσει | έχουμε σιτίσει | έχετε σιτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιτίσει | είχες σιτίσει | είχε σιτίσει | είχαμε σιτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιτίσει / να σιτίζω / να σιτίσω | να έχεις σιτίσει / να σιτίζεις / να σιτίσεις | να έχει σιτίσει / να σιτίζει / να σιτίσει | να έχουμε σιτίσει / να σιτίζουμε / να σιτίσουμε | να έχετε σιτίσει / να σιτίζετε / να σιτίσετε | να σιτίζουν / να σιτίζουνε / να σιτίσουν / να σιτίσουνε |
| Προστακτική | — | σίτιζε / σίτισε | — | — | σιτίζετε / σιτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →