Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιταγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) θημωνιά Βικιλεξικό
  2. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) μέρος στο αλώνι όπου τοποθετείται η θημωνιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιταγωγός < αρχαία ελληνική σῑτᾰγωγός < σῖτος + ἄγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιταγωγή / σιταγωγός / σιταγωγόσιταγωγές / σιταγωγοί / σιταγωγά
Γενικήσιταγωγής / σιταγωγού / σιταγωγούσιταγωγών / σιταγωγών / σιταγωγών
Αιτιατικήσιταγωγή / σιταγωγό / σιταγωγόσιταγωγές / σιταγωγούς / σιταγωγά
Κλητικήσιταγωγή / σιταγωγέ / σιταγωγόσιταγωγές / σιταγωγοί / σιταγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σιταγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μεταφέρει σιτάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιταγωγός < αρχαία ελληνική σῑτᾰγωγός < σῖτος + ἄγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιταγωγόςσιταγωγήσιταγωγό
Γενικήσιταγωγούσιταγωγήςσιταγωγού
Αιτιατικήσιταγωγόσιταγωγήσιταγωγό
Κλητικήσιταγωγέσιταγωγήσιταγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιταγωγοίσιταγωγέςσιταγωγά
Γενικήσιταγωγώνσιταγωγώνσιταγωγών
Αιτιατικήσιταγωγούςσιταγωγέςσιταγωγά
Κλητικήσιταγωγοίσιταγωγέςσιταγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →