σιταρότοπος
•
- τόπος όπου ευδοκιμεί η καλλιέργεια σιταριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιταρότοπος < σιτάρ(ι) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιταρότοπος | σιταρότοποι |
| Γενική | σιταρότοπου | σιταρότοπων |
| Αιτιατική | σιταρότοπο | σιταρότοπους |
| Κλητική | σιταρότοπε | σιταρότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →