σιτεύω
•
- ταΐζω ένα οικόσιτο ζώο ή πτηνό, προκειμένου να παχύνει και να σφαχτεί Βικιλεξικό
- για σφάγιααποκτώ περισσότερη γεύση και τρυφερότητα, αφού μείνω για λίγη ώρα έξω από το ψυγείο, χωρίς να έχω μαγειρευτεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάωριμάζω, μεγαλώνω ηλικιακά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπέφτω σε αχρηστία, με ξεχνούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιτεύω < αρχαία ελληνική σιτεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →