Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σίτο ή τα σιτηρά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιτικός < ελληνιστική κοινή σῑτῐκός < αρχαία ελληνική σῖτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιτικόςσιτικήσιτικό
Γενικήσιτικούσιτικήςσιτικού
Αιτιατικήσιτικόσιτικήσιτικό
Κλητικήσιτικέσιτικήσιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιτικοίσιτικέςσιτικά
Γενικήσιτικώνσιτικώνσιτικών
Αιτιατικήσιτικούςσιτικέςσιτικά
Κλητικήσιτικοίσιτικέςσιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →