Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιφονιέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το έπιπλο της κρεβατοκάμαρας με πολλά επάλληλα συρτάρια για την τακτοποίηση και τη φύλαξη ρούχων, λευκών ειδών, εσωρούχων κ.λπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιφονιέρα < γαλλική chiffonnier < chiffon < chiffe < αγγλική chip

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιφονιέρασιφονιέρες
Γενικήσιφονιέρας—
Αιτιατικήσιφονιέρασιφονιέρες
Κλητικήσιφονιέρασιφονιέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →