σιφονιέρα
•
- το έπιπλο της κρεβατοκάμαρας με πολλά επάλληλα συρτάρια για την τακτοποίηση και τη φύλαξη ρούχων, λευκών ειδών, εσωρούχων κ.λπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιφονιέρα < γαλλική chiffonnier < chiffon < chiffe < αγγλική chip
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιφονιέρα | σιφονιέρες |
| Γενική | σιφονιέρας | — |
| Αιτιατική | σιφονιέρα | σιφονιέρες |
| Κλητική | σιφονιέρα | σιφονιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →