σιφούνι
•
- παρωχημένοτο αυλάκι μέσω του οποίου μεταφέρεται νερό για τη λειτουργία νερόμυλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιφούνι < μεσαιωνική ελληνική σιφούνιον / σιφώνιον < λατινική sipho < αρχαία ελληνική σίφων (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιφούνι | σιφούνια |
| Γενική | σιφουνιού | σιφουνιών |
| Αιτιατική | σιφούνι | σιφούνια |
| Κλητική | σιφούνι | σιφούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →