Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιχαμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αίσθημα που αισθάνεται κάποιος όταν σιχαίνεται κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιχαμάρα < μεσαιωνική ελληνική σιχαμός + -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιχαμάρασιχαμάρες
Γενικήσιχαμάρας—
Αιτιατικήσιχαμάρασιχαμάρες
Κλητικήσιχαμάρασιχαμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →