Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιχαμερός

/si.xa.meˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί αποστροφή, από αισθητική ή ηθική άποψη Βικιλεξικό
    • σιχαμερός απόπατος
    • σιχαμερός και γλοιώδης κόλακας

Ετυμολογία

σιχαμερός < μεσαιωνική ελληνική σιχαμ(ός) + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχαμερόςσιχαμερήσιχαμερό
Γενικήσιχαμερούσιχαμερήςσιχαμερού
Αιτιατικήσιχαμερόσιχαμερήσιχαμερό
Κλητικήσιχαμερέσιχαμερήσιχαμερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχαμεροίσιχαμερέςσιχαμερά
Γενικήσιχαμερώνσιχαμερώνσιχαμερών
Αιτιατικήσιχαμερούςσιχαμερέςσιχαμερά
Κλητικήσιχαμεροίσιχαμερέςσιχαμερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →