Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιχαμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σιχαμάρα, αηδία Βικιλεξικό
    • Γιὰ τὴν κυβέρνησή μου ἔρχεται σιχαμὸς καὶ καταφρόνια, ἅμα συλλογίζομαι τὴν κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω καὶ μαραίνομαι (Ίων Δραγούμης, Μαρτύρων και ηρώων αίμα)

Ετυμολογία

σιχαμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιχαμόςσιχαμοί
Γενικήσιχαμούσιχαμών
Αιτιατικήσιχαμόσιχαμούς
Κλητικήσιχαμέσιχαμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →