Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιχασιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σιχασιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιχασιάρικος < σιχασιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχασιάρικοςσιχασιάρικησιχασιάρικο
Γενικήσιχασιάρικουσιχασιάρικηςσιχασιάρικου
Αιτιατικήσιχασιάρικοσιχασιάρικησιχασιάρικο
Κλητικήσιχασιάρικεσιχασιάρικησιχασιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχασιάρικοισιχασιάρικεςσιχασιάρικα
Γενικήσιχασιάρικωνσιχασιάρικωνσιχασιάρικων
Αιτιατικήσιχασιάρικουςσιχασιάρικεςσιχασιάρικα
Κλητικήσιχασιάρικοισιχασιάρικεςσιχασιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →