σιχτίρ
•
- λαϊκότροποσε ένδειξη αγανάκτησης και αποπομπής, όταν δεν αντέχουμε άλλο πια μια κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιχτίρ < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική سیكتر (γάμα! γάμησε!) (τουρκική siktir (ξεκουμπίδια)) με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt]) < siktirmek < ρήμα سیكمك sikmek < sik < οθωμανική τουρκική سیك (sik, ανδρικό μόριο) < παλαιά τουρκική sik- < πρωτοτουρκική
Άλλοι τύποι
σιχτίρ!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →