Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιωπηρώς

επίρρημα
•
  1. παρωχημένοσιωπηρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιωπηρώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σιωπηρῶς < αρχαία ελληνική σιωπηρός. Συγχρονικά αναλύεται σε σιωπηρ(ός) + -ώς.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →