σκάβω
•
- βγάζω σιγά-σιγά κομμάτια από το έδαφος Βικιλεξικό
- σκάβω για να βρω το χαμμένο θησαυρό
- μεταφορικάαφαιρώ σιγά-σιγά κομμάτια από κάτι, τρώω Βικιλεξικό
- βάζε την κρέμα σου, αλλιώς η ακμή θα σου σκάψει το πρόσωπο
Ετυμολογία
σκάβω < αρχαία ελληνική σκάπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκάβω | σκάβεις | σκάβει | σκάβουμε | σκάβετε | σκάβουν / σκάβουνε |
| Παρατατικός | έσκαβα | έσκαβες | έσκαβε | σκάβαμε | σκάβατε | έσκαβαν / σκάβαν / σκάβανε |
| Αόριστος | έσκαψα | έσκαψες | έσκαψε | σκάψαμε | σκάψατε | έσκαψαν / σκάψαν / σκάψανε |
| Μέλλοντας | θα σκάβω / θα σκάψω | θα σκάβεις / θα σκάψεις | θα σκάβει / θα σκάψει | θα σκάβουμε / θα σκάψουμε | θα σκάβετε / θα σκάψετε | θα σκάβουν / θα σκάβουνε / θα σκάψουν / θα σκάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκάψει | έχεις σκάψει | έχει σκάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκάψει | είχες σκάψει | είχε σκάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκάψει / να σκάβω / να σκάψω | να έχεις σκάψει / να σκάβεις / να σκάψεις | να έχει σκάψει / να σκάβει / να σκάψει | να σκάβουμε / να σκάψουμε | να σκάβετε / να σκάψετε | να σκάβουν / να σκάβουνε / να σκάψουν / να σκάψουνε |
| Προστακτική | — | έχε σκαμμένο / σκάβε / σκάψε | — | — | σκάβετε / σκάψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →