σκάμμα
•
- μέρος που έχει σκαφτεί, αποτέλεσμα του σκάβω Βικιλεξικό
- λάκκος Βικιλεξικό
- αθλητισμόςσκαμμένο τμήμα εδάφους, γεμισμένο με άμμο, που χρησιμεύει κυρίως στα άλματα εις μήκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκάμμα < αρχαία ελληνική σκάμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκάμμα | σκάμματα |
| Γενική | σκάμματος | σκαμμάτων |
| Αιτιατική | σκάμμα | σκάμματα |
| Κλητική | σκάμμα | σκάμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →