Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκάνταλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σκανταλιάρης Βικιλεξικό
    • Ο Αντώνης ήταν πολύ σκάνταλος και πολύ άτακτος και κάθε λίγο έβρισκε τον μπελά του. Δεν περνούσε μέρα που να μην έτρωγε δυο τρεις κατσάδες (Πηνελόπη Δέλτα, Τρελαντώνης)

Ετυμολογία

σκάνταλος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκάνταλοςσκάνταλησκάνταλο
Γενικήσκάνταλουσκάνταληςσκάνταλου
Αιτιατικήσκάνταλοσκάνταλησκάνταλο
Κλητικήσκάνταλεσκάνταλησκάνταλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκάνταλοισκάνταλεςσκάνταλα
Γενικήσκάνταλωνσκάνταλωνσκάνταλων
Αιτιατικήσκάνταλουςσκάνταλεςσκάνταλα
Κλητικήσκάνταλοισκάνταλεςσκάνταλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →