Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκάντζα βάρδια

φράση
•
  1. ναυτικός όροςη αλλαγή βάρδιας, αλλαγή σκοπιάς Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Χρήστος Μηλιόνης, 1885 [νουβέλα]
    • 20ός αιώνας ⌘ Μ. Καραγάτσης, 1908‑1960 Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, 1941 [μυθιστόρημα]
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Τα σακιά, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ISBN 9789600351859, @google.gr/books
  2. μεταφορικάαλλαγή υπηρεσίας, εναλλαγή θέσης ευθύνης ή εξουσίας Βικιλεξικό
    • Οι δύο παρατάξεις μονοπώλησαν την πολιτική ζωή της χώρας για δύο αιώνες, παραλαμβάνοντας σκάντζα βάρδια τα ηνία της εξουσίας η μια απ' την άλλη.

Ετυμολογία

σκάντζα βάρδια < → δείτε τις λέξεις σκάντζα και βάρδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →