Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκάφος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςπλεούμενο, εναέριο ή διαστημικό μέσο μεταφορών Βικιλεξικό
    • Ήταν ένας «μαντράς», ξέρεις έχει μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αυτός αγόραζε και σκάφη και τα είχε και αυτά με τα τροχήλατα στη μάντρα! (Αριστομένης Φλουράκης, Τα θαύματα των Χαιρετισμών…σήμερα, εκδ. Γράμμα-Πρόμαχος, 2018, σ. 186-189)

Ετυμολογία

σκάφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκάφος < σκάπτω (σκάβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκάφοςσκάφη
Γενικήσκάφουςσκαφών
Αιτιατικήσκάφοςσκάφη
Κλητικήσκάφοςσκάφη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →