σκέλος
•
- λόγιοκαθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε τι που μοιάζει με πόδι Βικιλεξικό
- Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)
- γενικότερατο καθένα από όμοια ή παρόμοια πράγματα και ειδικότερα όταν πρόκειται για δύο Βικιλεξικό
- το δεύτερο σκέλος της εξισώσεως περιλαμβάνει μόνο τον άγνωστο χι
Ετυμολογία
σκέλος < αρχαία ελληνική σκέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skélos < *(s)kel- (κάμπτω, κυρτός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκέλος | σκέλη |
| Γενική | σκέλους | σκελών |
| Αιτιατική | σκέλος | σκέλη |
| Κλητική | σκέλος | σκέλη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →