σκεπή
•
- αρχιτεκτονικήσκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σπίτι, η οικία Βικιλεξικό
- Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)
Ετυμολογία
σκεπή < ίσως αναδρομικός σχηματισμός: σκεπ(άζω) + -ή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →