σκέτος
•
- που δεν περιέχει ξένες προσμείξεις ή ουσίες, καθαρός Βικιλεξικό
- Βάλτε μου ένα σκέτο ουίσκι, παρακαλώ.
- για καφέχωρίς ζάχαρη Βικιλεξικό
- που δεν τον συνοδεύει οτιδήποτε, χωρίς συμπαρομαρτούντα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλος Βικιλεξικό
- «Αυτό που περνάει η χώρα μου αυτή τη στιγμή είναι σκέτη τρέλα. Μπορούμε να το διορθώσουμε. Μπορούμε να σταματήσουμε την τρέλα. (enet.gr)
Ετυμολογία
σκέτος < (άμεσο δάνειο) ιταλική schietto + -ς < γερμανική sliht < πρωτογερμανική *slihtaz < *slīkaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sleyg- / *sleyǵ- (εξομαλύνω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκέτος | σκέτη | σκέτο |
| Γενική | σκέτου | σκέτης | σκέτου |
| Αιτιατική | σκέτο | σκέτη | σκέτο |
| Κλητική | σκέτε | σκέτη | σκέτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκέτοι | σκέτες | σκέτα |
| Γενική | σκέτων | σκέτων | σκέτων |
| Αιτιατική | σκέτους | σκέτες | σκέτα |
| Κλητική | σκέτοι | σκέτες | σκέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →