Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκήπτρο

/ˈski.ptɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ράβδος από πολύτιμα συνήθως υλικά με κάποια διακόσμηση που είναι σύμβολο εξουσίας Βικιλεξικό
    • τα σκήπτρα της βασιλείας
    • Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

σκήπτρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκῆπτρον < σκήπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκήπτροσκήπτρα
Γενικήσκήπτρουσκήπτρων
Αιτιατικήσκήπτροσκήπτρα
Κλητικήσκήπτροσκήπτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →