σκίζω
•
- κόβω στη μέση τραβώντας ή κάνοντας άνοιγμα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σχίζω
- σκίζω ένα χαρτί
- Δε χτύπησε αλλού, μονάχα έσκισε το χείλι του πάνω στην πέτρα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- Η βαρκούλα σκίζει τα κύματα.
- οικείοδιακρίνομαι σε έναν αθλητικό αγώνα ή σχολική εξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σχίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκίζω | σκίζεις | σκίζει | σκίζουμε | σκίζετε | σκίζουν / σκίζουνε |
| Παρατατικός | έσκιζα | έσκιζες | έσκιζε | σκίζαμε | σκίζατε | έσκιζαν / σκίζαν / σκίζανε |
| Αόριστος | έσκισα | έσκισες | έσκισε | σκίσαμε | σκίσατε | έσκισαν / σκίσαν / σκίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκίζω / θα σκίσω | θα σκίζεις / θα σκίσεις | θα σκίζει / θα σκίσει | θα σκίζουμε / θα σκίσουμε | θα σκίζετε / θα σκίσετε | θα σκίζουν / θα σκίζουνε / θα σκίσουν / θα σκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκίσει | έχεις σκίσει | έχει σκίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκίσει | είχες σκίσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκίσει / να σκίζω / να σκίσω | να έχεις σκίσει / να σκίζεις / να σκίσεις | να έχει σκίσει / να σκίζει / να σκίσει | να σκίζουμε / να σκίσουμε | να σκίζετε / να σκίσετε | να σκίζουν / να σκίζουνε / να σκίσουν / να σκίσουνε |
| Προστακτική | — | σκίζε / σκίσε | — | — | σκίζετε / σκίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκίστηκασκίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →