Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκίστης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μηχάνημα που σκίζει ξύλα Βικιλεξικό
    • Πωλείται σκίστης ξύλων δύναμης 4 ίππων τριφασικός (από ιστοσελίδα πωλήσεων, 2022)
  2. ανεπίσημοάντρας που «σκίζει» Βικιλεξικό
    • Πιο ενεργά είναι τα στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς που δεν δηλώνονται: Όπως η άρνησή του να το παίξει «σκίστης» (εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2018 https://www.kathimerini.gr/opinion/971865/kyriakos-mitsotakis-lytra/)
    • Από την άλλη, δεν μπορώ να μην βαρέσω το κεφάλι μου στον τοίχο με κάποιους σημερινούς. Αυτούς που θεωρούν ότι μπορούν να στέλνουν φωτογραφία το πουλί τους λες και είναι… αξιοθέατο χωρίς καν να τους το ζητήσεις ή αυτούς που πιστεύουν ότι φλερτάρουν λέγοντας σε ένα κορίτσι “θα σε ξεσκίσω, θα σε κάνω, θα σε δείξω… κοκ”. .... Το να έρχεται ένα μήνυμα από τον «σκίστη» έτσι από το πουθενά ή ακόμη χειρότερα το… πουλί του σκίστη πάλι από το πουθενά, δεν κάνει τον άλλο μάγκα. (περιοδικό ΟΚ, 22/03/2022, https://www.okmag.gr/people/nea/nikos-syrigos-den-einai-kreopoleio-o-erotas-na-kremontai-ta-kormia-sta-tsigkelia/)

Ετυμολογία

σκίστης < σκίζω, σκισ-, + -της • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκίστηςσκίστες
Γενικήσκίστησκιστών
Αιτιατικήσκίστησκίστες
Κλητικήσκίστησκίστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →