Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκακιέρα

/skaˈce.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπεδίο αντιπαράθεσης Βικιλεξικό
    • «Ματ» της Ουάσιγκτον στη σκακιέρα των αγωγών φυσικού αερίου στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Ιουλίου 2010)

Ετυμολογία

σκακιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική scacchiera. Μορφολογικά αναλύεται σε σκάκ(ι) + -ιέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκακιέρασκακιέρες
Γενικήσκακιέρας—
Αιτιατικήσκακιέρασκακιέρες
Κλητικήσκακιέρασκακιέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →