σκακιστικός
•
- σχετικός με τους σκακιστές και το σκάκι Βικιλεξικό
- σκακιστικός όμιλος
Ετυμολογία
σκακιστικός < σκακιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκακιστικός | σκακιστική | σκακιστικό |
| Γενική | σκακιστικού | σκακιστικής | σκακιστικού |
| Αιτιατική | σκακιστικό | σκακιστική | σκακιστικό |
| Κλητική | σκακιστικέ | σκακιστική | σκακιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκακιστικοί | σκακιστικές | σκακιστικά |
| Γενική | σκακιστικών | σκακιστικών | σκακιστικών |
| Αιτιατική | σκακιστικούς | σκακιστικές | σκακιστικά |
| Κλητική | σκακιστικοί | σκακιστικές | σκακιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →