σκαλάθυρμα
•
- λόγιομικρό ή πρόχειρο λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο Βικιλεξικό
- άτεχνο, βιαστικό λογοτεχνικό έργο, που γινόταν χωρίς προσοχή, χωρίς φροντίδα, προχειρολόγημα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαλάθυρμα < σκάλλω=σκαλίζω + αθύρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλάθυρμα | σκαλαθύρματα |
| Γενική | σκαλαθύρματος | σκαλαθυρμάτων |
| Αιτιατική | σκαλάθυρμα | σκαλαθύρματα |
| Κλητική | σκαλάθυρμα | σκαλαθύρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →