Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαλί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το σκαλοπάτι Βικιλεξικό
    • Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)

Ετυμολογία

σκαλί < υποκοριστικό του σκάλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκαλίσκαλιά
Γενικήσκαλιούσκαλιών
Αιτιατικήσκαλίσκαλιά
Κλητικήσκαλίσκαλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →