σκαλιέρα
•
- ναυτικός όροςσκάλα φτιαγμένη από σκοινιά Βικιλεξικό
- Μπορεί πλέον να μην ανέβαινε στ ' άλμπουρα " ούτε από τας σκαλιέρας " , αλλά διέθετε τη δύναμη να είναι και να προσφέρει σαν παλιός καλός καπετάνιος τη συμβουλή του και την πείρα του (Ευστάθιος Μπάτης, Εκ της θαλάσσης τα κρείττω: ευεργέτες και χορηγοί από το χώρο του Αιγαίου. τόμος 1, Εκδ. Finatec, 2001)
- κατασκευή με σκαλιά για τοποθέτηση αντικειμένων Βικιλεξικό
- μια ολόκληρη γωνιά , εκεί όπου έπεφτε περισσότερο το φως της μέρας , την καταλάμβανε μια σκαλιέρα γεμάτη γλάστρες (Λια Μεγάλου-Σεφεριάδη, μυθιστόρημα Έξι φορές η τύχη. Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 143 https://books.google.gr/books?id=Ym5iAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1&dq=%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiCqsrAnKbqAhVPyaYKHXXAB-0Q6AEwB3oECAkQAg)
Ετυμολογία
σκαλιέρα < σκάλ(α) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλιέρα | σκαλιέρες |
| Γενική | σκαλιέρας | — |
| Αιτιατική | σκαλιέρα | σκαλιέρες |
| Κλητική | σκαλιέρα | σκαλιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →