σκαλιστήρι
•
- εργαλείο για το σκάλισμα του κήπου και για άλλες γεωργικές εργασίες, το οποίο αποτελείται από ξύλινη λαβή και μεταλλικό τμήμα με μια απόληξη διχαλωτή και μια πεπλατυσμένη Βικιλεξικό
- Τὴν αὐγὴ πῆρα τὸ σκαλιστήρι μου, πῆγα εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ δούλευα. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ἀπομνημονεύματα, βιβλίο Γ΄, κεφάλαιο 6ο, περίπου 1850)
Ετυμολογία
σκαλιστήρι < μεσαιωνική ελληνική σκαλιστήριον < σκαλίζω + -τήριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλιστήρι | σκαλιστήρια |
| Γενική | σκαλιστηριού | σκαλιστηριών |
| Αιτιατική | σκαλιστήρι | σκαλιστήρια |
| Κλητική | σκαλιστήρι | σκαλιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →