σκαλιστός
•
- που τον έχουν σκαλίσει, διακοσμημένος με σκάλισμα Βικιλεξικό
- Απάνω στο εικονοστάσι, είναι βαλμένο, στη μέση ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένιο χέρι μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της Αγίας Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα. (Μενέλαος Καραγκιόζης, Ελληνική Ποίηση, 2018, αναφορά στο: Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο, Εκδ. Ακρίτας)
Ετυμολογία
σκαλιστός < σκαλίζω + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλιστός | σκαλιστή | σκαλιστό |
| Γενική | σκαλιστού | σκαλιστής | σκαλιστού |
| Αιτιατική | σκαλιστό | σκαλιστή | σκαλιστό |
| Κλητική | σκαλιστέ | σκαλιστή | σκαλιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλιστοί | σκαλιστές | σκαλιστά |
| Γενική | σκαλιστών | σκαλιστών | σκαλιστών |
| Αιτιατική | σκαλιστούς | σκαλιστές | σκαλιστά |
| Κλητική | σκαλιστοί | σκαλιστές | σκαλιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →