σκαμπάζω
•
- λαϊκότροπογνωρίζω, κατέχω, έχω γνώσεις Βικιλεξικό
- χάλασε η βρύση και δε σκαμπάζω από τέτοια, πρέπει οπωσδήποτε να φωνάξουμε υδραυλικό
Ετυμολογία
σκαμπάζω < μεσαιωνική ελληνική σκαμβάζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαμπάζω | σκαμπάζεις | σκαμπάζει | σκαμπάζουμε | σκαμπάζετε | σκαμπάζουν / σκαμπάζουνε |
| Παρατατικός | σκάμπαζα | σκάμπαζες | σκάμπαζε | σκαμπάζαμε | σκαμπάζατε | σκάμπαζαν / σκαμπάζαν / σκαμπάζανε |
| Αόριστος | σκάμπασα | σκάμπασες | σκάμπασε | σκαμπάσαμε | σκαμπάσατε | σκάμπασαν / σκαμπάσαν / σκαμπάσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαμπάζω / θα σκαμπάσω | θα σκαμπάζεις / θα σκαμπάσεις | θα σκαμπάζει / θα σκαμπάσει | θα σκαμπάζουμε / θα σκαμπάσουμε | θα σκαμπάζετε / θα σκαμπάσετε | θα σκαμπάζουν / θα σκαμπάζουνε / θα σκαμπάσουν / θα σκαμπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαμπάσει | έχεις σκαμπάσει | έχει σκαμπάσει | έχουμε σκαμπάσει | έχετε σκαμπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαμπάσει | είχες σκαμπάσει | είχε σκαμπάσει | είχαμε σκαμπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαμπάσει / να σκαμπάζω / να σκαμπάσω | να έχεις σκαμπάσει / να σκαμπάζεις / να σκαμπάσεις | να έχει σκαμπάσει / να σκαμπάζει / να σκαμπάσει | να έχουμε σκαμπάσει / να σκαμπάζουμε / να σκαμπάσουμε | να έχετε σκαμπάσει / να σκαμπάζετε / να σκαμπάσετε | να σκαμπάζουν / να σκαμπάζουνε / να σκαμπάσουν / να σκαμπάσουνε |
| Προστακτική | — | σκάμπαζε / σκάμπασε | — | — | σκαμπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκαμπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →