σκαμπανέβασμα
•
- ναυτικός όροςη ταλάντευση πλεούμενου πάνω στα κύματα, κατά τη διάρκεια θαλασσοταραχής Βικιλεξικό
- μόλις χάλασε ο καιρός, το καράβι μας άρχισε τα σκαμπανεβάσματα
- μεταφορικάη κατάσταση που μεταβάλλεται διαδοχικά προς αντίθετες κατευθύνσεις, με διακυμάνσεις Βικιλεξικό
- με σκαμπανεβάσματα έκλεισαν οι ευρωπαϊκές αγορές
- μεταφορικάη έλλειψη σταθερότητας, η αστάθεια Βικιλεξικό
- τα σκαμπανεβάσματα στη διάθεση της εγκύου είναι σύνηθες φαινόμενο
Ετυμολογία
σκαμπανέβασμα < σκαμπανεβάζ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαμπανέβασμα | σκαμπανεβάσματα |
| Γενική | σκαμπανεβάσματος | σκαμπανεβασμάτων |
| Αιτιατική | σκαμπανέβασμα | σκαμπανεβάσματα |
| Κλητική | σκαμπανέβασμα | σκαμπανεβάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →