σκαμπιλίζω
•
- ρίχνω σκαμπίλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαμπιλίζω < σκαμπίλ(ι) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαμπιλίζω | σκαμπιλίζεις | σκαμπιλίζει | σκαμπιλίζουμε | σκαμπιλίζετε | σκαμπιλίζουν / σκαμπιλίζουνε |
| Παρατατικός | σκαμπίλιζα | σκαμπίλιζες | σκαμπίλιζε | σκαμπιλίζαμε | σκαμπιλίζατε | σκαμπίλιζαν / σκαμπιλίζαν / σκαμπιλίζανε |
| Αόριστος | σκαμπίλισα | σκαμπίλισες | σκαμπίλισε | σκαμπιλίσαμε | σκαμπιλίσατε | σκαμπίλισαν / σκαμπιλίσαν / σκαμπιλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαμπιλίζω / θα σκαμπιλίσω | θα σκαμπιλίζεις / θα σκαμπιλίσεις | θα σκαμπιλίζει / θα σκαμπιλίσει | θα σκαμπιλίζουμε / θα σκαμπιλίσουμε | θα σκαμπιλίζετε / θα σκαμπιλίσετε | θα σκαμπιλίζουν / θα σκαμπιλίζουνε / θα σκαμπιλίσουν / θα σκαμπιλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαμπιλίσει | έχεις σκαμπιλίσει | έχει σκαμπιλίσει | έχουμε σκαμπιλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαμπιλίσει | είχες σκαμπιλίσει | είχε σκαμπιλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαμπιλίσει / να σκαμπιλίζω / να σκαμπιλίσω | να έχεις σκαμπιλίσει / να σκαμπιλίζεις / να σκαμπιλίσεις | να έχει σκαμπιλίσει / να σκαμπιλίζει / να σκαμπιλίσει | να έχουμε σκαμπιλίσει / να σκαμπιλίζουμε / να σκαμπιλίσουμε | να σκαμπιλίζετε / να σκαμπιλίσετε | να σκαμπιλίζουν / να σκαμπιλίζουνε / να σκαμπιλίσουν / να σκαμπιλίσουνε |
| Προστακτική | — | σκαμπίλιζε / σκαμπίλισε | — | — | σκαμπιλίζετε / σκαμπιλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκαμπιλίστηκασκαμπιλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →