σκανάρω
•
- αγγλισμόςψηφιοποιώ, μεταφέρω εικόνα ή κείμενο στον υπολογιστή χρησιμοποιώντας σαρωτή (σκάνερ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανάρω < σκαν + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική scan
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκανάρω | σκανάρεις | σκανάρει | σκανάρουμε | σκανάρετε | σκανάρουν / σκανάρουνε |
| Παρατατικός | σκάναρα | σκάναρες | σκάναρε | σκανάραμε | σκανάρατε | σκάναραν / σκανάραν / σκανάρανε |
| Αόριστος | σκανάρισα | σκανάρισες | σκανάρισε | σκαναρίσαμε | σκαναρίσατε | σκανάρισαν / σκαναρίσαν / σκαναρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκανάρω / θα σκαναρίσω | θα σκανάρεις / θα σκαναρίσεις | θα σκανάρει / θα σκαναρίσει | θα σκανάρουμε / θα σκαναρίσουμε | θα σκανάρετε / θα σκαναρίσετε | θα σκανάρουν / θα σκανάρουνε / θα σκαναρίσουν / θα σκαναρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαναρίσει | έχεις σκαναρίσει | έχει σκαναρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαναρίσει | είχες σκαναρίσει | είχε σκαναρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαναρίσει / να σκανάρω / να σκαναρίσω | να έχεις σκαναρίσει / να σκανάρεις / να σκαναρίσεις | να έχει σκαναρίσει / να σκανάρει / να σκαναρίσει | να σκανάρουμε / να σκαναρίσουμε | να σκανάρετε / να σκαναρίσετε | να σκανάρουν / να σκανάρουνε / να σκαναρίσουν / να σκαναρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σκαναρισμένο / σκάναρε / σκανάρισε | — | — | σκανάρετε / σκαναρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκαναρίστηκασκανάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →